12 αποτελέσματα για «逓»

逓増 ていぞう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σταδιακή αύξηση
逓信省 ていしんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργείο επικοινωνιών και μεταφορών (διαλύθηκε το 1949)
逓信 ていしん

ουσιαστικό

  1. 01 επικοινωνίες (π.χ. ταχυδρομείο, τηλέγραφος)
  2. 02 Υπουργείο Επικοινωνιών και Μεταφορών (διαλύθηκε το 1949)
逓減 ていげん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σταδιακή μείωση, σταδιακή ελάττωση
逓信大臣 ていしんだいじん

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργός τηλεπικοινωνιών και συγκοινωνιών (1885-1949)
逓送 ていそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προώθηση
逓伝 ていでん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαβιβάζω, μεταφέρω κατά σειρά
逓次 ていじ

ουσιαστικό

  1. 01 διαδοχικά, κατά σειρά
逓降変圧器 ていこうへんあつき

ουσιαστικό

  1. 01 υποβιβαστικός μετασχηματιστής
逓倍 ていばい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πολλαπλασιασμός (π.χ. συχνοτήτων)
逓倍器 ていばいき

ουσιαστικό

  1. 01 πολλαπλασιαστής (π.χ. συχνότητας)
  1. 01 σκυταλοδρομία
  2. 02 με τη σειρά
  3. 03 αποστολή