6 αποτελέσματα για «逢»

逢瀬 おうせ

ουσιαστικό

  1. 01 συνάντηση, ερωτικό ραντεβού, συνάντηση εραστών, μυστικό ραντεβού
逢引 あいびき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κρυφό ραντεβού (ερωτευμένων), συνάντηση, ερωτικό συναπάντημα
逢魔が時 おうまがとき

ουσιαστικό

  1. 01 λυκόφως (παραδοσιακά θεωρείται ως μια ώρα κατά την οποία τα ατυχήματα και οι καταστροφές είναι συχνά)
逢着 ほうちゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνάντηση, αντιμετώπιση, ερχομός σε επαφή με
逢うは別れの始め あうはわかれのはじめ

άλλο

  1. 01 η συνάντηση είναι η αρχή του αποχωρισμού, κάθε συνάντηση προμηνύει τον αποχωρισμό
  1. 01 συνάντηση
  2. 02 μυστική συνάντηση
  3. 03 ραντεβού
  4. 04 ραντεβού, σημείο συνάντησης