18 αποτελέσματα για «逮»
逮捕 たいほ N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σύλληψη
逮捕状 たいほじょう
ουσιαστικό
- 01 ένταλμα σύλληψης
逮捕者 たいほしゃ
ουσιαστικό
- 01 συλληφθείς, άτομο που έχει συλληφθεί
逮捕歴 たいほれき
ουσιαστικό
- 01 ποινικό μητρώο
逮捕権 たいほけん
ουσιαστικό
- 01 δικαίωμα σύλληψης, εξουσία σύλληψης
逮捕令状 たいほれいじょう
ουσιαστικό
- 01 ένταλμα σύλληψης
逮捕術 たいほじゅつ
ουσιαστικό
- 01 τεχνικές για τη σύλληψη εγκληματιών, τεχνική σύλληψης (ταιχοτζούτσου)
逮夜 たいや
ουσιαστικό
- 01 παραμονή της επετείου του θανάτου ενός ατόμου
逮捕記録 たいほきろく
ουσιαστικό
- 01 μητρώο συλλήψεων
逮捕理由 たいほりゆう
ουσιαστικό
- 01 αιτιολογία σύλληψης
逮捕監禁罪 たいほかんきんざい
ουσιαστικό
- 01 παράνομη σύλληψη και φυλάκιση, παράνομη σύλληψη και περιορισμός
逮捕許諾 たいほきょだく
ουσιαστικό
- 01 άρση της ασυλίας βουλευτή για σύλληψη
逮捕許諾請求 たいほきょだくせいきゅう
ουσιαστικό
- 01 αίτημα για άρση της κοινοβουλευτικής ασυλίας βουλευτή προκειμένου να συλληφθεί κατά τη διάρκεια της συνόδου
逮捕監禁致傷罪 たいほかんきんちしょうざい
ουσιαστικό
- 01 έγκλημα απαγωγής, περιορισμού της ελευθερίας και πρόκλησης σωματικής βλάβης
逮捕及び監禁罪 たいほおよびかんきんざい
ουσιαστικό
- 01 παράνομη σύλληψη και φυλάκιση, παράνομη σύλληψη και εγκλεισμός
逮捕監禁致死傷罪 たいほかんきんちししょうざい
ουσιαστικό
- 01 παράνομη σύλληψη και φυλάκιση που επιφέρει θάνατο ή σωματική βλάβη
逮捕令 たいほれい
ουσιαστικό
- 01 ένταλμα σύλληψης
逮
- 01 συλλαμβάνω
- 02 κυνηγάω