40 αποτελέσματα για «週»
週 しゅう N3
ουσιαστικό
- 01 εβδομάδα
週末 しゅうまつ
επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 σαββατοκύριακο
週間 しゅうかん
ουσιαστικό
- 01 εβδομάδα
週刊誌 しゅうかんし
ουσιαστικό
- 01 εβδομαδιαίο περιοδικό, εβδομαδιαίο έντυπο
週刊 しゅうかん
ουσιαστικό
- 01 εβδομαδιαία έκδοση
週明け しゅうあけ
ουσιαστικό
- 01 αρχή της επόμενης εβδομάδας (συνήθως Δευτέρα), αρχές της επόμενης εβδομάδας
週休 しゅうきゅう
ουσιαστικό
- 01 εβδομαδιαία αργία
週一回 しゅういっかい
άλλο
- 01 μία φορά την εβδομάδα
週三回 しゅうさんかい
άλλο
- 01 τρεις φορές την εβδομάδα
週番 しゅうばん
ουσιαστικό
- 01 εβδομαδιαία υπηρεσία
週期 しゅうき
ουσιαστικό
- 01 κύκλος, περίοδος
週二日 しゅうふつか
άλλο
- 01 δύο ημέρες την εβδομάδα
週三日 しゅうみっか
άλλο
- 01 τρεις ημέρες την εβδομάδα
週給 しゅうきゅう
ουσιαστικό
- 01 εβδομαδιαίος μισθός
週日 しゅうじつ
ουσιαστικό
- 01 καθημερινή
週五日 しゅういつか
άλλο
- 01 πενθήμερος εβδομαδιαίως
週報 しゅうほう
ουσιαστικό
- 01 εβδομαδιαία αναφορά, εβδομαδιαίο δελτίο
週一日 しゅういちにち
άλλο
- 01 μία ημέρα την εβδομάδα
週刊文春 しゅうかんぶんしゅん
ουσιαστικό
- 01 Σουκάν Μπουνσούν (εβδομαδιαίο περιοδικό)
週六日 しゅうむいか
άλλο
- 01 έξι ημέρες την εβδομάδα