9 αποτελέσματα για «遁»

遁走 とんそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φυγή, απόδραση
遁甲 とんこう

ουσιαστικό

  1. 01 είδος αστρολογίας
遁世 とんせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απομόνωση από τον κόσμο
  2. 02 μοναστική απομόνωση
遁辞 とんじ

ουσιαστικό

  1. 01 δικαιολογία, διφορούμενη απάντηση, τέχνασμα
遁術 とんじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 τέχνη της διαφυγής των νίντζα
遁走曲 とんそうきょく

ουσιαστικό

  1. 01 φούγκα
遁法 とんぽう

ουσιαστικό

  1. 01 τέχνη διαφυγής των νίντζα
遁世生活 とんせいせいかつ

ουσιαστικό

  1. 01 μονήρης βίος, απόσυρση από τον κόσμο
  1. 01 φεύγω, τρέπομαι σε φυγή
  2. 02 δραπετεύω, ξεφεύγω
  3. 03 αποφεύγω (δουλειά, καθήκον), παραμελώ
  4. 04 αποφεύγω, διαφεύγω
  5. 05 απελευθερώνω, αφήνω ελεύθερο