88 αποτελέσματα για «遅»

遅い おそい N5

επίθετο

  1. 01 αργός
  2. 02 αργός, καθυστερημένος
  3. 03 πολύ αργός
遅れる おくれる N4

ρήμα

  1. 01 αργώ, καθυστερώ, μένω πίσω από το πρόγραμμα, είμαι εκπρόθεσμος
  2. 02 μένω πίσω (σε αγώνα, στις σπουδές κ.λπ.), υστερώ, είμαι εκτός εποχής
  3. 03 θρηνώ την απώλεια κάποιου, μου προηγείται κάποιος στον θάνατο
  4. 04 πηγαίνω πίσω (για ρολόι)
遅刻 ちこく N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθυστέρηση, αργοπορία, το να φτάνεις αργά
遅く おそく

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 αργά
  2. 02 αργά, με αργό ρυθμό
遅れ おくれ N3

ουσιαστικό

  1. 01 καθυστέρηση, υστέρηση, μείωση ρυθμού
  2. 02 υπολειπόμενος σε, καθυστερημένος σε
遅すぎる おそすぎる

ρήμα

  1. 01 είμαι πολύ αργά, είμαι πολύ αργός
遅らせる おくらせる

ρήμα

  1. 01 καθυστερώ, αναβάλλω, μεταθέτω, επιβραδύνω, παρακωλύω, επιβραδύνω την πρόοδο, γυρίζω πίσω (ένα ρολόι)
遅かれ早かれ おそかれはやかれ

άλλο, επίρρημα

  1. 01 αργά ή γρήγορα
遅れを取る おくれをとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 υστερώ, μένω πίσω, απομακρύνομαι, ηττώμαι
遅延 ちえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθυστέρηση
遅め おそめ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 λίγο αργά, κάπως αργά
  2. 02 λίγο αργός, κάπως αργός
遅々 ちち

άλλο, επίρρημα

  1. 01 αργός, καθυστερημένος, βραδυκίνητος
遅ればせながら おくればせながら

άλλο

  1. 01 καθυστερημένα, έστω και κάπως αργά
遅まきながら おそまきながら

άλλο

  1. 01 καθυστερημένα, έστω και κάπως αργά
遅滞 ちたい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθυστέρηση
  2. 02 αναβλητικότητα
遅効 ちこう

ουσιαστικό

  1. 01 καθυστερημένη δράση
遅番 おそばん

ουσιαστικό

  1. 01 αργή βάρδια, δεύτερη βάρδια, απογευματινή βάρδια
遅きに失する おそきにしっする

άλλο, ρήμα

  1. 01 έρχομαι πολύ αργά, είμαι εκπρόθεσμος (για να έχει πρακτικό αντίκρισμα)
遅参 ちさん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθυστερημένη προσέλευση, αργοπορία
遅咲き おそざき

ουσιαστικό

  1. 01 ανθίζω αργά, οψι ανθής
  2. 02 οψιμαθής ή οψίγονος (αναφορικά με αθλητή, συγγραφέα κ.λπ.)