11 αποτελέσματα για «遍»
遍 へん
άλλο
- 01 αριθμός φορών, επανάληψη
遍歴 へんれき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ταξίδια, προσκύνημα, περιπλάνηση
- 02 συσσωρευμένες εμπειρίες, προσωπική ιστορία
遍く あまねく
επίρρημα
- 01 ευρέως, εκτενώς, παντού, ολόγυρα, γενικά, καθολικά
遍在 へんざい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πανταχού παρόν, πανταχού παρουσία
遍路 へんろ
ουσιαστικό
- 01 προσκύνημα
- 02 προσκυνητής
遍照 へんじょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καθολική φώτιση (ειδικά στον Βουδισμό, μέσω του σώματος του ντάρμα)
遍照金剛 へんじょうこんごう
ουσιαστικό
- 01 Χεντζό Κονγκό (ο Μεγάλος Βαϊροκάνα, κυρίως στον εσωτεριστικό Βουδισμό)
遍歴者 へんれきしゃ
ουσιαστικό
- 01 προσκυνητής, νομάδας, περιπλανώμενος
遍路姿 へんろすがた
ουσιαστικό
- 01 ενδυμασία προσκυνητή
遍羅 べら
ουσιαστικό
- 01 χειλου (οποιοδήποτε ψάρι της οικογένειας των χειλιδών)
遍
- 01 παντού
- 02 φορές
- 03 ευρέως, πλατιά
- 04 γενικά, συνήθως