6 αποτελέσματα για «遜»
遜色ない そんしょくない
άλλο, επίθετο
- 01 συγκρίσιμος με, ισάξιος με, επουδενί κατώτερος από, ισότιμος με
遜色のない そんしょくのない
άλλο
- 01 που αντέχει στη σύγκριση, που συγκρίνεται ευνοϊκά, που σε καμία περίπτωση δεν υστερεί, ισάξιος
遜色 そんしょく
ουσιαστικό
- 01 κατωτερότητα
遜色がない そんしょくがない
άλλο, επίθετο
- 01 συγκρίσιμος με, αντάξιος του, σε καμία περίπτωση κατώτερος, ισάξιος
遜色がある そんしょくがある
άλλο, ρήμα
- 01 υστερώ σε σύγκριση, μειονεκτώ συγκριτικά, δεν μπορώ να συγκριθώ
遜
- 01 ταπεινός
- 02 σεμνός