11 αποτελέσματα για «遭»

遭遇 そうぐう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνάντηση, τυχαία συνάντηση, αντιμετώπιση (π.χ. ατυχήματος ή δυσκολίας)
遭難 そうなん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμφορά, ατύχημα, δυσάρεστο συμβάν, ναυάγιο, κίνδυνος
遭難者 そうなんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 θύμα, παθών
遭遇戦 そうぐうせん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 τυχαία σύγκρουση, εμπλοκή, μάχη
遭難船 そうなんせん

ουσιαστικό

  1. 01 ναυάγιο, πλοίο σε κίνδυνο
遭難信号 そうなんしんごう

ουσιαστικό

  1. 01 σήμα κινδύνου, SOS
遭逢 そうほう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τυχαία συνάντηση, σύμπτωση, εμφάνιση, συνάντηση
遭難死 そうなんし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θάνατος από ατύχημα (κυρίως κατά την ορειβασία ή σε ναυάγιο)
遭難救助隊 そうなんきゅうじょたい

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα διάσωσης
遭遇説 そうぐうせつ

ουσιαστικό

  1. 01 παλιρροϊκή υπόθεση (σχετικά με την προέλευση του ηλιακού συστήματος), υπόθεση της κοντινής σύγκρουσης
  1. 01 συναντώ
  2. 02 συναντώ
  3. 03 παρέα, ομάδα
  4. 04 ένωση, σύλλογος
  5. 05 συνέντευξη
  6. 06 ενώνω, συμμετέχω