7 αποτελέσματα για «遵»

遵守 じゅんしゅ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τήρηση (νόμων, κανόνων κ.λπ.), προσκόλληση, υπακοή, ακολουθία, συμμόρφωση
遵法 じゅんぽう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 τήρηση του νόμου, συμμόρφωση προς τον νόμο
遵奉 じゅんぽう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμμορφώνομαι, τηρώ, ακολουθώ
遵行 じゅんこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπακοή, τήρηση, προσήλωση
遵奉者 じゅんぽうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 συμμορφούμενος, άτομο που ακολουθεί τους κανόνες
遵法精神 じゅんぽうせいしん

ουσιαστικό

  1. 01 πνεύμα νομοταγείας, αίσθημα σεβασμού προς τον νόμο
  1. 01 τηρώ, συμμορφώνομαι
  2. 02 ακολουθώ, συμμορφώνομαι
  3. 03 υπακούω
  4. 04 μαθαίνω