19 αποτελέσματα για «邦»

邦人 ほうじん

ουσιαστικό

  1. 01 Ιάπωνας υπήκοος (ειδικότερα στο εξωτερικό)
  2. 02 συμπατριώτης
邦画 ほうが

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνική ταινία
  2. 02 ιαπωνική ζωγραφική
邦訳 ほうやく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάφραση στα ιαπωνικά
邦楽 ほうがく

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνική μουσική (κυρίως παραδοσιακή ιαπωνική μουσική)
邦国 ほうこく

ουσιαστικό

  1. 01 χώρα, κράτος
  2. 02 διάφορες χώρες
邦題 ほうだい

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικός τίτλος (που δίνεται σε ξένο έργο)
邦語 ほうご

ουσιαστικό

  1. 01 μητρική γλώσσα, ιαπωνική γλώσσα
邦家 ほうか

ουσιαστικό

  1. 01 πατρίδα, η χώρα κάποιου
邦文 ほうぶん

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνική γλώσσα
邦銀 ほうぎん

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνική τράπεζα που δραστηριοποιείται στο εξωτερικό
邦貨 ほうか

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικό νόμισμα
邦文タイプライター ほうぶんタイプライター

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνική γραφομηχανή, γραφομηχανή που μπορεί να γράφει χρησιμοποιώντας ιαπωνικούς χαρακτήρες
邦字新聞 ほうじしんぶん

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνόφωνη εφημερίδα (εκτυπωμένη εκτός Ιαπωνίας)
邦土 ほうど

ουσιαστικό

  1. 01 επικράτεια, χώρα
邦字 ほうじ

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικοί χαρακτήρες, κάντζι και κάνα
邦船 ほうせん

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικό πλοίο
邦字紙 ほうじし

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνόφωνη εφημερίδα (τυπωμένη εκτός Ιαπωνίας)
邦暦 ほうれき

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικό ημερολόγιο
  1. 01 πατρίδα, χώρα καταγωγής
  2. 02 χώρα, κράτος
  3. 03 Ιαπωνία