4 αποτελέσματα για «邸»

てい

ουσιαστικό

  1. 01 κατοικία, έπαυλη
邸宅 ていたく N1

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλη κατοικία, έπαυλη
邸内 ていない

ουσιαστικό

  1. 01 περίβολος, οικόπεδο
  1. 01 κατοικία
  2. 02 έπαυλη, μέγαρο