4 αποτελέσματα για «郭»
郭公 かっこう
ουσιαστικό
- 01 κούκος (Cuculus canorus)
郭言葉 くるわことば
ουσιαστικό
- 01 κοινωνιόλεκτος ή κρυφή γλώσσα που χρησιμοποιούσαν οι ιερόδουλες στις συνοικίες κόκκινων φαναριών (περίοδος Έντο), χυδαίες λέξεις που χρησιμοποιούσαν οι ιερόδουλες (περίοδος Έντο)
郭門 かくもん
ουσιαστικό
- 01 πύλη εξωτερικού περιβόλου κάστρου, εξωτερική πύλη
郭
- 01 περίφραξη, περίβολος
- 02 κατάλυμα, συνοικία
- 03 οχύρωση, φρούριο
- 04 περιοχή κόκκινων φώτων, περιοχή οίκων ανοχής