154 αποτελέσματα για «配»

配置 はいち N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάταξη (πόρων), διευθέτηση, ανάπτυξη, τοποθέτηση, διαμόρφωση, σχεδιασμός
配る くばる N2

ρήμα

  1. 01 διανέμω, μοιράζω, παραδίδω, σερβίρω
  2. 02 κατανέμω, διαθέτω, τοποθετώ (προσωπικό, στρατιώτες κ.λπ.), σταθμεύω
配慮 はいりょ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περίσκεψη, μέριμνα, προσοχή, διακριτικότητα, διευθέτηση, φροντίδα, κόπος
配下 はいか

ουσιαστικό

  1. 01 ακόλουθοι, υφιστάμενοι, το να βρίσκεται κάποιος υπό τις διαταγές άλλου
配属 はいぞく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τοποθέτηση (ατόμου σε κάποιο μέρος), απόσπαση (ατόμου σε άλλη μονάδα, οργανισμό, κ.λπ.)
配達 はいたつ N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παράδοση
配信 はいしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διανομή (πληροφοριών, ειδήσεων κ.λπ.), εκπομπή, παράδοση, μετάδοση, ροή (μέσω Διαδικτύου)
配備 はいび

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάπτυξη, διάταξη, τοποθέτηση, εγκατάσταση
配布 はいふ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διανομή, μοιρασιά
配分 はいぶん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατανομή, επιμερισμός
配給 はいきゅう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διανομή (π.χ. ταινιών, ρυζιού)
  2. 02 δελτίο τροφίμων, διανομή με δελτίο (π.χ. τροφίμων, βενζίνης)
  3. 03 μερίδα τροφίμων
配膳 はいぜん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στρώσιμο τραπεζιού, σερβίρισμα φαγητού
配する はいする

ρήμα

  1. 01 διανέμω, τακτοποιώ, αναθέτω (σε θέση εξουσίας κ.λπ.)
  2. 02 τακτοποιώ, διαρρυθμίζω (όπως στη διακόσμηση)
  3. 03 παντρεύω, δίνω σε γάμο
  4. 04 εξορίζω, εκτοπίζω
配合 はいごう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνδυασμός, διάταξη, κατανομή, αρμονία, μείγμα, σύνθεση
  2. 02 πάντρεμα
配線 はいせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καλωδίωση
配役 はいやく

ουσιαστικό

  1. 01 διανομή ρόλων (σε θεατρικό έργο, ταινία κ.λπ.), καστ
配列 はいれつ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τακτοποίηση, σειρά, διάταξη, στοίχιση, σχεδιασμός
  2. 02 αλληλουχία (π.χ. αλληλουχία DNA), διάταξη, ευθυγράμμιση, διάταξη (π.χ. διάταξη πληκτρολογίου)
  3. 03 πίνακας
配送 はいそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παράδοση
配偶者 はいぐうしゃ N1

ουσιαστικό

  1. 01 σύζυγος, γυναίκα, άντρας, σύντροφος
配管 はいかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υδραυλική εγκατάσταση, σωληνώσεις