10 αποτελέσματα για «酵»

酵母 こうぼ

ουσιαστικό

  1. 01 μαγιά, προζύμι
酵素 こうそ

ουσιαστικό

  1. 01 ένζυμο
酵母菌 こうぼきん

ουσιαστικό

  1. 01 κοινοβιοτικοί μύκητες (μαγιά)
酵母エキス こうぼエキス

ουσιαστικό

  1. 01 εκχύλισμα μαγιάς
酵素学 こうそがく

ουσιαστικό

  1. 01 ενζυμολογία
酵母亜鉛 こうぼあえん

ουσιαστικό

  1. 01 μαγιά εμπλουτισμένη με ψευδάργυρο, ζυμομύκητας ψευδαργύρου
酵素的褐変 こうそてきかっぺん

ουσιαστικό

  1. 01 ενζυματικό μαύρισμα
酵素玄米 こうそげんまい

ουσιαστικό

  1. 01 κόσο γκενμάι, ζυμωμένο καστανό ρύζι
酵素風呂 こうそぶろ

ουσιαστικό

  1. 01 λούτρο ενζύμων, λουτρό μέσα σε κάδο γεμάτο με θερμαινόμενο πίτουρο ρυζιού ή πριονίδι κέδρου που έχουν υποστεί ζύμωση
  1. 01 ζύμωση