2 αποτελέσματα για «醒»

醒覚 せいかく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αφύπνιση, ξύπνημα, άνοιγμα των ματιών
  1. 01 ξυπνώ
  2. 02 απογοητεύομαι, απομυθοποιούμαι
  3. 03 ξεμεθώ