10 αποτελέσματα για «醤»

醤油 しょうゆ N5

ουσιαστικό

  1. 01 σάλτσα σόγιας, σόγια, σόγιου
醤油ラーメン しょうゆラーメン

ουσιαστικό

  1. 01 σογιού ράμεν, ράμεν σόγιας, ράμεν σε διαυγή καφέ ζωμό αρωματισμένο με σάλτσα σόγιας
ひしお

ουσιαστικό

  1. 01 πάστα παρόμοια με το μίσο που παρασκευάζεται από μύκητα κότζι και αλατόνερο
  2. 02 υδαρές υπόλειμμα που απομένει από την παρασκευή σάλτσας σόγιας
醤油ダレ しょうゆダレ

ουσιαστικό

  1. 01 σάλτσα με βάση τη σόγια
醤油皿 しょうゆざら

ουσιαστικό

  1. 01 πιατάκι για σάλτσα σόγιας
醤油さし しょうゆさし

ουσιαστικό

  1. 01 σογιέρα, δοχείο σόγιας, κανάτα σόγιας
醤蝦 あみ

ουσιαστικό

  1. 01 αμίδες (οικογένεια μαλακοστράκων), μυσιδαία
醤油炒め しょうゆいため

ουσιαστικό

  1. 01 τηγανητό φαγητό καρυκευμένο με σάλτσα σόγιας
醤油粕 しょうゆかす

ουσιαστικό

  1. 01 ιζήματα σόγιας, υπολείμματα παραγωγής σάλτσας σόγιας
  1. 01 είδος μίσο