11 αποτελέσματα για «采»
采配 さいはい
ουσιαστικό
- 01 ράβδος διοίκησης
- 02 διαταγή, εντολή, κατεύθυνση
采 さい
ουσιαστικό
- 01 ράβδος διοίκησης
采配を振るう さいはいをふるう
άλλο, ρήμα
- 01 κρατώ τη ράβδο διεύθυνσης, κουνώ τη ράβδο διεύθυνσης
- 02 διευθύνω, καθοδηγώ, διοικώ
采配を振る さいはいをふる
άλλο, ρήμα
- 01 ηγούμαι, κατευθύνω, αναλαμβάνω τη διοίκηση
采女 うねめ
ουσιαστικό
- 01 αυλική υπηρέτρια (κατά το σύστημα ριτσουριό)
采女司 うねめのつかさ
ουσιαστικό
- 01 γραφείο αυλικών κυριών (σύστημα ριτσουριό)
采女正 うねめのかみ
ουσιαστικό
- 01 διευθυντής του Γραφείου Αυλικών Κυριών (σύστημα ριτσουριό)
采女佑 うねめのしょう
ουσιαστικό
- 01 υψηλόβαθμο στέλεχος στο Γραφείο Κυριών της Αυλής (σύστημα ριτσουριό)
采振木 ざいふりぼく
ουσιαστικό
- 01 ασιατική αμελαγχίερ, αμελαγχίερ η ασιατική, ιουνιοκέρασο
采配蘭 さいはいらん
ουσιαστικό
- 01 Κρεμάστρα η επιφυτική (είδος ορχιδέας)
采
- 01 ζάρι
- 02 μορφή
- 03 εμφάνιση
- 04 παίρνω
- 05 συλλέγω
- 06 χρωματισμός