55 αποτελέσματα για «針»

はり N3

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 βελόνα, καρφίτσα
  2. 02 αγκίστρι
  3. 03 κεντρί, αγκάθι
  4. 04 δείκτης (π.χ. ρολογιού)
  5. 05 συρραπτικό (για συρραπτικό μηχάνημα)
  6. 06 κέντημα, ράψιμο
  7. 07 κακία, εμπάθεια
  8. 08 βελονιά (μονάδα μέτρησης)
針金 はりがね N2

ουσιαστικό

  1. 01 συρμα
針路 しんろ N2

ουσιαστικό

  1. 01 πορεία, κατεύθυνση
針葉樹 しんようじゅ

ουσιαστικό

  1. 01 κωνοφόρο, δέντρο με βελονοειδή φύλλα
針の穴 はりのあな

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 τρύπα βελόνας
針仕事 はりしごと

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ράψιμο, κεντητική
針山 はりやま

ουσιαστικό

  1. 01 βελονοθήκη
針で刺す はりでさす

άλλο, ρήμα

  1. 01 τσιμπώ με βελόνα
針千本 はりせんぼん

ουσιαστικό

  1. 01 ακανθόψαρο (Diodon holacanthus), ψάρι-μπαλόνι
針子 はりこ

ουσιαστικό

  1. 01 μοδίστρα
針葉樹林 しんようじゅりん

ουσιαστικό

  1. 01 δάσος κωνοφόρων, δάσος με βελονοειδή φύλλα
針鼠 はりねずみ

ουσιαστικό

  1. 01 σκαντζόχοιρος (οποιοδήποτε θηλαστικό της οικογένειας Ερινακίδες)
針箱 はりばこ

ουσιαστικό

  1. 01 κουτί ραπτικής
針穴 はりあな

ουσιαστικό

  1. 01 οπή βελόνας
針金細工 はりがねざいく

ουσιαστικό

  1. 01 συρματουργία
針小棒大 しんしょうぼうだい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 υπερβολή, το να κάνει κανείς την τρίχα τριχιά
針目 はりめ

ουσιαστικό

  1. 01 ραφή, γαζί
  2. 02 βελονιά
針状 はりじょう

ουσιαστικό

  1. 01 βελονοειδής, μυτερός
針刺し はりさし

ουσιαστικό

  1. 01 βελονοθήκη
針葉 しんよう

ουσιαστικό

  1. 01 πευκοβελόνα, βελονοειδές φύλλο