21 αποτελέσματα για «鈴»

すず N2

ουσιαστικό

  1. 01 κουδούνι (συχνά σφαιρικό)
鈴口 すずぐち

ουσιαστικό

  1. 01 είσοδος της έπαυλης ενός νταϊμιό
  2. 02 βάλανος (του πέους)
鈴を鳴らす りんをならす

άλλο, ρήμα

  1. 01 κουδουνίζω, χτυπώ το κουδούνι
鈴虫 すずむし

ουσιαστικό

  1. 01 κουδουνίστρα (Meloimorpha japonica)
  2. 02 γρύλος των πεύκων (Xenogryllus marmoratus)
鈴蘭 すずらん

ουσιαστικό

  1. 01 μιγκέ, κρίνος της κοιλάδας (Convallaria keiskei)
鈴を転がすよう すずをころがすよう

άλλο, επίθετο

  1. 01 καθαρός και μελωδικός (για γυναικεία φωνή)
鈴なり すずなり

ουσιαστικό

  1. 01 τσαμπιά (π.χ. φρούτων), συστάδες
  2. 02 ασφυκτικά γεμάτος (π.χ. με κόσμο), κατάμεστος
鈴なりになる すずなりになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 φυτρώνω σε τσαμπιά
鈴懸の木 スズカケノキ

ουσιαστικό

  1. 01 πλάτανος (ιδιαίτερα ο ανατολικός πλάτανος, Platanus orientalis)
鈴鴨 すずがも

ουσιαστικό

  1. 01 μαριλόπαπια (είδος καταδυόμενης πάπιας, Aythya marila)
鈴蛙 すずがえる

ουσιαστικό

  1. 01 ανατολικός φρύνος με πυρόχρωμη κοιλιά (Bombina orientalis)
鈴虫草 すずむしそう

ουσιαστικό

  1. 01 Liparis makinoana (είδος μικροσκοπικής ορχιδέας)
鈴懸 すずかけ

ουσιαστικό

  1. 01 πλάτανος (ειδικότερα ο ανατολικός πλάτανος, Platanus orientalis)
  2. 02 καννάβινο πανωφόρι που φορούν οι ασκούμενοι του Σουγκέντο
鈴鏡 れいきょう

ουσιαστικό

  1. 01 ρεϊκιό, χάλκινος καθρέφτης με μικρά κουδουνάκια προσαρμοσμένα στο χείλος (περίοδος Κοφούν)
鈴鹿医療科学技術大学 すずかいりょうかがくぎじゅつだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Ιατρικών Επιστημών και Τεχνολογίας Σουζούκα
鈴鹿医療科学大学 すずかいりょうかがくだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Ιατρικό Πανεπιστήμιο της Σουζούκα, SUMS
鈴鹿国際大学 すずかこくさいだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Διεθνές Πανεπιστήμιο της Σουζούκα
鈴峯女子短大 れいほじょしたんだい

ουσιαστικό

  1. 01 Γυναικείο Κολλέγιο Ρεϊχό
鈴与シンワート すずよシンワート

ουσιαστικό

  1. 01 Σουζούγιο Σίνουαρτ Κορπορέισον
鈴鹿大学 すずかだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Σουζούκα