3 αποτελέσματα για «鉗»

鉗子 かんし

ουσιαστικό

  1. 01 χειρουργική λαβίδα
鉗子分娩 かんしぶんべん

ουσιαστικό

  1. 01 τοκετός με εμβρυουλκία
  1. 01 σιωπώ