21 αποτελέσματα για «鉤»

鉤爪 かぎづめ

ουσιαστικό

  1. 01 νύχι (αρπακτικού), γαμψώνυχο
かぎ

ουσιαστικό

  1. 01 γκάντζος, άγκιστρο
  2. 02 αγκύλη (ιαπωνικό σύμβολο εισαγωγικών)
鉤状 こうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 αγκιστροειδής
鉤状 かぎなり

ουσιαστικό

  1. 01 αγκιστροειδής, γατζοειδής
鉤鼻 かぎばな

ουσιαστικό

  1. 01 αγκιστροειδής μύτη
鉤型 かぎがた

ουσιαστικό

  1. 01 αγκιστροειδής, λυγισμένος σε ορθή γωνία
鉤十字 かぎじゅうじ

ουσιαστικό

  1. 01 αγκυλωτός σταυρός (στη δεξιόστροφη μορφή του, ειδικά ως σύμβολο των Ναζί)
鉤の手 かぎのて

ουσιαστικό

  1. 01 ορθή γωνία, κάμψη σε σχήμα γάντζου
鉤虫症 こうちゅうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αγκυλοστομίαση
鉤虫 こうちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αγκυλόστομο
鉤虫 かぎむし

ουσιαστικό

  1. 01 περικοκλάδα (ονυχοφόρα)
鉤素 ハリス

ουσιαστικό

  1. 01 παράμαλλο, αρματωσιά
鉤頭虫 こうとうちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ακανθοκέφαλος (οποιοδήποτε παρασιτικό σκουλήκι του φύλου Acanthocephala)
鉤頭虫類 こうとうちゅうるい

ουσιαστικό

  1. 01 ακανθοκέφαλα, σκώληκες με ακανθώδη κεφαλή
鉤頭動物 こうとうどうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 ακανθοκέφαλα, ακανθοκέφαλα σκουλήκια
鉤頭動物門 こうとうどうぶつもん

ουσιαστικό

  1. 01 ακανθοκέφαλα (συνομοταξία σκουληκιών με αγκαθωτή κεφαλή)
鉤手海月 かぎのてくらげ

ουσιαστικό

  1. 01 καγινότε κουράγκε (Gonionemus vertens)
鉤ホック かぎホック

ουσιαστικό

  1. 01 κοπιτσάκι (συνδετικό ένδυμα)

ουσιαστικό

  1. 01 αγκίστρι ψαρέματος
鉤葛 カギカズラ

ουσιαστικό

  1. 01 καγκικάζουρα (φυτό με την επιστημονική ονομασία Uncaria rhynchophylla)