3 αποτελέσματα για «銑»

銑鉄 せんてつ

ουσιαστικό

  1. 01 ακατέργαστος χυτοσίδηρος
ずく

ουσιαστικό

  1. 01 ακατέργαστος χυτοσίδηρος
  1. 01 χυτοσίδηρος