29 αποτελέσματα για «銘»
銘柄 めいがら
ουσιαστικό
- 01 μάρκα, κατασκευαστής, περιγραφή
- 02 εμπορική ονομασία (σε χρηματιστήριο), τίτλος, αξιόγραφο
銘 めい
ουσιαστικό
- 01 επιγραφή, επιτάφιος
- 02 χαραγμένη υπογραφή (κατασκευαστή)
- 03 ρητό, γνωμικό, παραγγελία
銘打つ めいうつ
ρήμα
- 01 χαράσσω επιγραφή, ονομάζω, επισημαίνω, κατονομάζω
銘々 めいめい N2
επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 καθένας, ο καθένας, ατομικός
銘仙 めいせん
ουσιαστικό
- 01 μεϊσέν, μεταξωτό ύφασμα καθημερινής χρήσης από ανακυκλωμένα νήματα
銘菓 めいか
ουσιαστικό
- 01 εξαιρετικό γλυκό, φημισμένο ζαχαροπλαστικό προϊόν
銘じる めいじる
ρήμα
- 01 χαράσσω, αποτυπώνω, εγγράφω
銘酒 めいしゅ
ουσιαστικό
- 01 φημισμένη μάρκα σάκε, εκλεκτό σάκε
銘記 めいき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ενθυμούμαι, συγκρατώ στη μνήμη, καταγράφω
銘刀 めいとう
ουσιαστικό
- 01 σπαθί με χαραγμένο το όνομα του σιδηρουργού
銘板 めいばん
ουσιαστικό
- 01 ταμπέλα, πλακίδιο
銘文 めいぶん
ουσιαστικό
- 01 επιγραφή
銘酒屋 めいしゅや
ουσιαστικό
- 01 οίκος ανοχής (με το πρόσχημα καταστήματος πώλησης εκλεκτού σάκε)
銘を刻む めいをきざむ
άλλο, ρήμα
- 01 χαράσσω επιγραφή
銘茶 めいちゃ
ουσιαστικό
- 01 εκλεκτό τσάι, επώνυμο τσάι, φημισμένο τσάι, διαλεχτό τσάι
銘入り めいいり
ουσιαστικό
- 01 χαραγμένος με το όνομα του κατασκευαστή (για παράδειγμα σε σπαθί)
銘々膳 めいめいぜん
ουσιαστικό
- 01 ατομικό τραπέζι φαγητού (μεϊμεϊζέν)
銘ずる めいずる
ρήμα
- 01 σφραγίζω, χαράζω, επιγράφω
銘する めいする
ρήμα
- 01 χαράζω, σφραγίζω, επιγράφω
銘々皿 めいめいざら
ουσιαστικό
- 01 μικρά πιάτα για ατομικές μερίδες φαγητού