9 αποτελέσματα για «鋏»
鋏 はさみ
ουσιαστικό
- 01 ψαλίδι, κλαδευτήρι
- 02 περφορατέρ
鋏む はさむ
ρήμα
- 01 κόβω με ψαλίδι, ψαλιδίζω
鋏角 きょうかく
ουσιαστικό
- 01 χηληκερα
鋏角類 きょうかくるい
ουσιαστικό
- 01 χελικεροφόρα
鋏角亜門 きょうかくあもん
ουσιαστικό
- 01 χηλικεροφόρα, υπόταξη που περιλαμβάνει αραχνοειδή, θαλάσσιες αράχνες και αρθρόποδα της τάξης Xiphosura
鋏虫 はさみむし
ουσιαστικό
- 01 ψαλίδα
鋏 やっとこ
ουσιαστικό
- 01 τσιμπίδα, πένσα, κάβουρας
鋏こん きょうこん
ουσιαστικό
- 01 εγκοπή σε εισιτήριο τρένου (από τη χρήση σφραγίδας ακύρωσης εισιτηρίων)
鋏
- 01 ψαλίδι