4 αποτελέσματα για «鋒»
鋒鋩 ほうぼう
ουσιαστικό
- 01 η μύτη κοφτερού εργαλείου
- 02 κοφτερά λόγια, κακόβουλος χαρακτήρας
鋒矢形 ほうしがた
ουσιαστικό
- 01 σχηματισμός αιχμής βέλους, σφηνοειδής σχηματισμός, σχηματισμός εμπροσθοφυλακής
鋒矢 ほうし
ουσιαστικό
- 01 σχηματισμός αιχμής, σφηνοειδής σχηματισμός
- 02 δόρατα και βέλη
鋒
- 01 στιλέτο
- 02 αιχμή σπαθιού
- 03 άρμα παρέλασης
- 04 άρμα (παρέλασης)