6 αποτελέσματα για «鋲»

びょう

ουσιαστικό

  1. 01 πριτσίνι, καρφίτσα, πινέζα, καρφίτα σχεδίου, καρφί σόλας
鋲釘 びょうくぎ

ουσιαστικό

  1. 01 πριτσίνι, καρφί ταπετσαρίας, πινέζα, καρφίτσα σχεδίου, καρφί σόλας
鋲打ち機 びょううちき

ουσιαστικό

  1. 01 πριτσινωτής, μηχανή πριτσινώματος
鋲打ち銃 びょううちじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 πιστόλι πριτσινώματος
鋲締め機 びょうじめき

ουσιαστικό

  1. 01 πριτσινωτής, μηχανή πριτσινώματος
  1. 01 πριτσίνι, καρφί
  2. 02 καρφάκι, πρόκα
  3. 03 πινέζα
  4. 04 (ιδιόγραμμα ιαπωνικής προέλευσης)