6 αποτελέσματα για «錘»

錘 すい

επίθημα, άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 μετρητής για αδράχτια
  2. 02 βαρίδι (για ζυγαριές)
錘形 つむがた

ουσιαστικό

  1. 01 ατρακτοειδής
錘状 すいじょう

ουσιαστικό

  1. 01 ατρακτοειδής
錘 いわ

ουσιαστικό

  1. 01 βαρίδι (δίχτυα ψαρέματος)
錘鰤 つむぶり

ουσιαστικό

  1. 01 τσουμούμπρι (είδος ψαριού Elagatis bipinnulata), ουράνιο γοφάρι, ισπανικό κοκκάλι, χαβανέζικος σολομός
錘
  1. 01 βάρος
  2. 02 σταθμάρι
  3. 03 βαρίδι, μολύβι
  4. 04 άξονας, αδράχτι