9 αποτελέσματα για «錠»
錠 じょう
ουσιαστικό, άλλο
- 01 κλειδαριά, λουκέτο
- 02 δισκίο, χάπι
錠前 じょうまえ
ουσιαστικό
- 01 κλειδαριά
錠剤 じょうざい
ουσιαστικό
- 01 χάπι, παστίλια, δισκίο
錠を下ろす じょうをおろす
άλλο, ρήμα
- 01 κλειδώνω, ασφαλίζω την κλειδαριά
錠前破り じょうまえやぶり
ουσιαστικό
- 01 διάρρηξη κλειδαριάς, ξεκλείδωμα με αντικλείδι
錠前屋 じょうまえや
ουσιαστικό
- 01 κλειδαράς
錠を掛ける じょうをかける
άλλο, ρήμα
- 01 κλειδώνω με κλειδαριά
錠菓 じょうか
ουσιαστικό
- 01 καραμέλα σε μορφή ταμπλέτας, ζαχαρωτό σε σχήμα ταμπλέτας
錠
- 01 κλειδαριά
- 02 ποδοπέδες
- 03 χειροπέδες