12 αποτελέσματα για «錫»

錫杖 しゃくじょう

ουσιαστικό

  1. 01 σακουτζό (ραβδί με μεταλλικούς κρίκους στην κορυφή που μεταφέρουν παραδοσιακά οι βουδιστές μοναχοί), ραβδί από κασσίτερο
すず

ουσιαστικό

  1. 01 κασσίτερος (Sn)
しゃく

ουσιαστικό

  1. 01 ράβδος επισκόπου, σκήπτρο μοναχού (κακάρα)
錫箔 すずはく

ουσιαστικό

  1. 01 κασσιτερόφυλλο
錫蘭 セイロン

ουσιαστικό

  1. 01 Κεϋλάνη (πρώην όνομα της Σρι Λάνκα)
錫石 すずいし

ουσιαστικό

  1. 01 κασσιτερίτης
錫製品 すずせいひん

ουσιαστικό

  1. 01 αντικείμενο από κασσίτερο
錫婚式 すずこんしき

ουσιαστικό

  1. 01 δέκατη επέτειος γάμου, επέτειος κασσιτέρου
錫ペスト すずペスト

ουσιαστικό

  1. 01 πανούκλα του κασσίτερου
錫杖草 しゃくじょうそう

ουσιαστικό

  1. 01 μονότροπα η υποπιτύς, φυτό της οικογένειας των ερικοειδών
錫メッキ スズメッキ

ουσιαστικό

  1. 01 επικασσιτέρωση, γάνωμα, επικάλυψη κασσιτέρου
  1. 01 χαλκός
  2. 02 κασσίτερος