18 αποτελέσματα για «錯»

錯覚 さっかく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ψευδαίσθηση, παραισθήσεις, οφθαλμαπάτη
  2. 02 παρερμηνεία, εσφαλμένη αντίληψη, παρανόηση, παρεξήγηση, ψευδαίσθηση, αυταπάτη, πλάνη, λάθος
錯乱 さくらん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύγχυση, απόσπαση προσοχής, διανοητική διαταραχή
錯綜 さくそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιπλέκομαι, γίνομαι περίπλοκος, μπλέκομαι, γίνομαι ακατάστατος, μπερδεύομαι
錯乱状態 さくらんじょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση πνευματικής σύγχυσης, ταραχή
錯誤 さくご N1

ουσιαστικό

  1. 01 λάθος, σφάλμα, απόκλιση
  2. 02 απόκλιση ανάμεσα στις πράξεις και τις προθέσεις κάποιου
錯雑 さくざつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιπλοκή, πολυπλοκότητα
錯視 さくし

ουσιαστικό

  1. 01 οπτική απάτη
錯簡 さっかん

ουσιαστικό

  1. 01 σελίδες (σε βιβλίο) που δεν είναι στη σωστή σειρά λόγω λάθους στη βιβλιοδεσία
錯角 さっかく

ουσιαστικό

  1. 01 εναλλάξ εντός γωνίες
錯落 さくらく

άλλο, επίρρημα, ρήμα

  1. 01 αναμεμειγμένος, διάσπαρτος
錯体 さくたい

ουσιαστικό

  1. 01 σύμπλοκο
錯語 さくご

ουσιαστικό

  1. 01 παραφασία
錯和 ちょんぼ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λάθος, γκάφα, ανοησία, σφάλμα
  2. 02 ακούσια παραβίαση κανόνων που επιφέρει ποινή
  3. 03 εσφαλμένη αναγγελία νίκης χωρίς να διαθέτει τα απαιτούμενα πλακίδια
錯イオン さくイオン

ουσιαστικό

  1. 01 σύμπλοκο ιόν
錯字症 さくじしょう

ουσιαστικό

  1. 01 παραγράφεια
錯化合物 さくかごうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 σύμπλοκη ένωση, χηλική ένωση
錯話症 さくわしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αλλολαλία
  1. 01 μπερδεμένος
  2. 02 μπερδεύω
  3. 03 είμαι σε αταξία