13 αποτελέσματα για «録»
録音 ろくおん N2
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ηχογράφηση
録画 ろくが
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 βιντεοσκόπηση
録 ろく
ουσιαστικό, επίθημα
- 01 καταγραφή, αντίγραφο, πρακτικό
録音機 ろくおんき
ουσιαστικό
- 01 συσκευή ηχογράφησης, μαγνητόφωνο
録音テープ ろくおんテープ
ουσιαστικό
- 01 κασέτα ήχου, μαγνητοταινία
録する ろくする
ρήμα
- 01 καταγράφω
録取 ろくしゅ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καταγραφή, τήρηση πρακτικών
録音盤 ろくおんばん
ουσιαστικό
- 01 ηχογράφηση, δίσκος ηχογράφησης
録音放送 ろくおんほうそう
ουσιαστικό
- 01 μαγνητοσκοπημένη ή μαγνητοφωνημένη εκπομπή
録音室 ろくおんしつ
ουσιαστικό
- 01 θάλαμος ηχογράφησης, στούντιο ηχογράφησης
録れる とれる
ρήμα
- 01 ηχογραφούμαι ή βιντεοσκοπούμαι, καταγράφεται σε ταινία ή ψηφιακό μέσο
- 02 μπορώ να ηχογραφήσω ή να βιντεοσκοπήσω
録音ヘッド ろくおんヘッド
ουσιαστικό
- 01 κεφαλή εγγραφής
録
- 01 καταγραφή