22 αποτελέσματα για «鍋»
鍋 なべ N3
ουσιαστικό
- 01 τηγάνι, κατσαρόλα, κατσαρολάκι
- 02 μαγειρευτό φαγητό, φαγητό κατσαρόλας
鍋料理 なべりょうり
ουσιαστικό
- 01 μαγειρική ναμπεριόρι (φαγητό σε κατσαρόλα)
鍋釜 なべかま
ουσιαστικό
- 01 κατσαρόλες και τηγάνια, σκεύη κουζίνας
鍋敷き なべしき
ουσιαστικό
- 01 υποθέματα μαγειρικού σκεύους
鍋焼きうどん なべやきうどん
ουσιαστικό
- 01 ναμπεγιάκι ουντόν, ουντόν με λαχανικά, ψάρι κ.ά. σε ζωμό, σερβιρισμένο σε σκεύος
鍋物 なべもの
ουσιαστικό
- 01 ναμπεμόνο, φαγητό μαγειρεμένο σε κατσαρόλα
鍋底 なべぞこ
ουσιαστικό
- 01 πάτος σκεύους, εσωτερικός πυθμένας
- 02 οικονομική ύφεση που επιμένει
鍋奉行 なべぶぎょう
ουσιαστικό
- 01 άτομο που αναλαμβάνει αυταρχικά τον έλεγχο κατά το μαγείρεμα του ναμπεμόνο στο τραπέζι, επόπτης του ναμπε
鍋つかみ なべつかみ
ουσιαστικό
- 01 πιάστρα, γάντι κουζίνας
鍋蓋 なべぶた
ουσιαστικό
- 01 καπάκι τηγανιού, καπάκι κατσαρόλας
- 02 ριζικό «καπάκι βραστήρα» (ριζικό 8)
鍋焼き なべやき
ουσιαστικό
- 01 ναμπεγιάκι, χυλοπίτες μαγειρεμένες και σερβιρισμένες σε σκεύος με ζωμό
鍋鶴 なべづる
ουσιαστικό
- 01 ναμπεζούρου (είδος γερανού, Grus monacha)
鍋墨 なべずみ
ουσιαστικό
- 01 αιθάλη στον πάτο μιας κατσαρόλας ή ενός τηγανιού
鍋尻 なべじり
ουσιαστικό
- 01 πάτος σκεύους ή κατσαρόλας
鍋底景気 なべぞこけいき
ουσιαστικό
- 01 παρατεταμένη ύφεση, οικονομική κατάσταση που παραμένει στάσιμη αφού έχει φτάσει στο χαμηλότερο σημείο της
鍋島焼 なべしまやき
ουσιαστικό
- 01 ναμπεσίμα-γιακί, πορσελάνη ναμπεσίμα
鍋鸛 なべこう
ουσιαστικό
- 01 μαύρος πελαργός (Ciconia nigra)
鍋パーティー なべパーティー
ουσιαστικό
- 01 πάρτι με νάμπε, συγκέντρωση καλεσμένων γύρω από ένα σκεύος για νάμπε
鍋帽子 なべぼうし
ουσιαστικό
- 01 καπιτονέ κάλυμμα που τοποθετείται πάνω από κατσαρόλα ή τηγάνι για να διατηρείται το περιεχόμενό του ζεστό
鍋づる なべづる
ουσιαστικό
- 01 χερούλι κατσαρόλας, λαβή σκεύους