16 αποτελέσματα για «鎧»

よろい

ουσιαστικό

  1. 01 πανοπλία
鎧戸 よろいど

ουσιαστικό

  1. 01 περσιδωτό παντζούρι, περσιδωτή πόρτα (παραθύρου)
鎧う よろう

ρήμα

  1. 01 φορώ πανοπλία, ντύνομαι με θώρακα, οπλίζομαι
  2. 02 φορώ, καλύπτω
鎧袖一触 がいしゅういっしょく

ουσιαστικό

  1. 01 νικώ κάποιον κατά κράτος, κερδίζω με ένα μόνο χτύπημα
鎧櫃 よろいびつ

ουσιαστικό

  1. 01 μπαούλο φύλαξης για πανοπλία και κράνος
鎧竜 がいりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αγκυλόσαυρος (οποιοσδήποτε δεινόσαυρος της υποτάξης των Αγκυλοσαυρίων)
鎧窓 よろいまど

ουσιαστικό

  1. 01 περσιδωτό παράθυρο
鎧板 よろいいた

ουσιαστικό

  1. 01 περσίδα
鎧鼠 よろいねずみ

ουσιαστικό

  1. 01 αρμαντίλο (ζώο)
鎧蜥蜴 よろいとかげ

ουσιαστικό

  1. 01 σαύρα με θωρακισμένη ουρά
鎧球 がいきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αμερικανικό ποδόσφαιρο
鎧鮫 よろいざめ

ουσιαστικό

  1. 01 υοροϊζάμε (είδος καρχαρία Dalatias licha), καρχαρίας-φώκια
鎧草 よろいぐさ

ουσιαστικό

  1. 01 αντζελική η δαουρική (είδος φυτού του γένους αγγελική)
鎧土竜蜚蠊 よろいもぐらごきぶり

ουσιαστικό

  1. 01 γιγάντια κατσαρίδα που σκάβει (Macropanesthia rhinoceros)
鎧鼬魚 よろいいたちうお

ουσιαστικό

  1. 01 γιοροϊϊτατσιούο, είδος ψαριού της οικογένειας Ophidiidae (Hoplobrotula armata)
  1. 01 φορώ πανοπλία
  2. 02 οπλίζομαι