4 αποτελέσματα για «鏗»

鏗鏘 こうそう

άλλο, επίρρημα

  1. 01 ηχηρός (ήχος από καμπάνες, μουσικά όργανα, πέτρες που χτυπιούνται κ.λπ.)
鏗然 こうぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 παράγω οξύ ήχο (μουσικό όργανο, μέταλλο, πέτρα)
鏗鏗 こうこう

άλλο, επίρρημα

  1. 01 ο ήχος από καμπάνες ή κουδούνια
  1. 01 τσούγκρισμα