Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
3 αποτελέσματα για «鏤»
鏤刻
るこく
ουσιαστικό, ρήμα
01
χάραξη, σμίλευση
02
επιμέλεια (ενός κειμένου), βελτίωση
鏤骨
るこつ
ουσιαστικό
01
επίμονη προσπάθεια, κοπιώδης προσπάθεια
鏤
01
ενθέτω
02
τοποθετώ
03
στερεώνω