14 αποτελέσματα για «鐘»
鐘 かね N3
ουσιαστικό
- 01 καμπάνα (συχνά μεγάλη κρεμαστή), ήχος καμπάνας
鐘の音 かねのね
ουσιαστικό
- 01 χτύποι καμπάνας, ήχος καμπάνας
鐘楼 しょうろう
ουσιαστικό
- 01 καμπαναριό, κωδωνοστάσιο
鐘塔 しょうとう
ουσιαστικό
- 01 καμπαναριό, κωδωνοστάσιο
鐘声 しょうせい
ουσιαστικό
- 01 ήχος καμπάνας
鐘を突く かねをつく
άλλο, ρήμα
- 01 χτυπώ καμπάνα
鐘銘 しょうめい
ουσιαστικό
- 01 επιγραφή σε καμπάνα ναού
鐘堂 しょうどう
ουσιαστικό
- 01 καμπαναριό, κωδωνοστάσιο
鐘状火山 しょうじょうかざん
ουσιαστικό
- 01 θολωτό ηφαίστειο
鐘つき堂 かねつきどう
ουσιαστικό
- 01 καμπαναριό, κωδωνοστάσιο
鐘つき かねつき
ουσιαστικό
- 01 κωδωνοκρουσία, κωδωνοκρούστης
鐘鼎文 しょうていぶん
ουσιαστικό
- 01 επιγραφές σε χάλκινα σκεύη και καμπάνες (σοτέιμπουν)
鐘鼓 しょうこ
ουσιαστικό
- 01 καμπάνες και τύμπανα (για μουσική ή σήματα)
鐘
- 01 καμπάνα
- 02 γκονγκ
- 03 καμπάνες