3 αποτελέσματα για «鑿»

のみ

ουσιαστικό

  1. 01 σμίλη
鑿と言えば槌 のみといえばつち

άλλο

  1. 01 πρέπει να κάνεις περισσότερα από όσα σου ζητούνται κυριολεκτικά, όταν σου λένε (να φέρεις) το σκαρπέλο, (να φέρνεις και) το σφυρί
  1. 01 σκαρπέλο