6 αποτελέσματα για «閏»

うるう

ουσιαστικό

  1. 01 εμβολισμός, εμβόλιμη προσθήκη
閏年 うるうどし

ουσιαστικό

  1. 01 δίσεκτο έτος
閏月 うるうづき

ουσιαστικό

  1. 01 εμβόλιμος μήνας (σεληνιακό ημερολόγιο), δίσεκτος μήνας
閏日 うるうび

ουσιαστικό

  1. 01 εμβόλιμη ημέρα
閏秒 うるうびょう

ουσιαστικό

  1. 01 εμβόλιμο δευτερόλεπτο
  1. 01 παρεμβολή
  2. 02 παράνομος θρόνος