6 αποτελέσματα για «閾»

閾値 いきち

ουσιαστικό

  1. 01 κατώφλι, όριο (ποσότητας, δόσης, κ.λπ.)
閾 いき

ουσιαστικό

  1. 01 κατώφλι, όριο
閾下 いきか

ουσιαστικό

  1. 01 υποσυνείδητος
閾値下 いきちか

ουσιαστικό

  1. 01 υποσυνείδητος
閾刺激 いきしげき

ουσιαστικό

  1. 01 κατώφλιο ερέθισμα, οριακό ερέθισμα
閾
  1. 01 κατώφλι