46 αποτελέσματα για «闇»

やみ N1

ουσιαστικό

  1. 01 σκοτάδι
  2. 02 σύγχυση, απελπισία, έλλειψη ελπίδας
  3. 03 κρυψώνα, μυστικότητα, λήθη
  4. 04 μαύρη αγορά, παράνομο εμπόριο, ύποπτες συναλλαγές, παράνομοι δίαυλοι
闇雲 やみくも

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 απερίσκεπτος, τυχαίος, άτακτος, στα τυφλά, ξαφνικός, απότομος
闇討ち やみうち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίθεση υπό το κάλυμμα του σκότους
  2. 02 αιφνιδιαστική επίθεση, επίθεση από ενέδρα
闇に紛れて やみにまぎれて

άλλο

  1. 01 υπό την κάλυψη του σκοταδιού
闇夜 やみよ

ουσιαστικό

  1. 01 σκοτεινή νύχτα, νύχτα χωρίς φεγγάρι
闇市 やみいち

ουσιαστικό

  1. 01 μαύρη αγορά, παράνομο εμπόριο
闇医者 やみいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 παράνομος γιατρός
闇鍋 やみなべ

ουσιαστικό

  1. 01 φαγητό που παρασκευάζεται από υλικά που προσφέρουν οι συμμετέχοντες σε μια παρέα, το οποίο καταναλώνεται στο σκοτάδι για διασκέδαση
闇取引 やみとりひき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παράνομη διακίνηση, σκοτεινές συναλλαγές, παράνομο εμπόριο
  2. 02 μυστικές δοσοληψίες, μυστική συμφωνία
闇市場 やみいちば

ουσιαστικό

  1. 01 μαύρη αγορά, παράνομη αγορά
闇商人 やみしょうにん

ουσιαστικό

  1. 01 λαθρέμπορος
闇ルート やみルート

ουσιαστικό

  1. 01 παράνομα κανάλια διακίνησης, σκοτεινές διαδρομές
闇社会 やみしゃかい

ουσιαστικό

  1. 01 υπόκοσμος, παρανομία
闇を透かす やみをすかす

άλλο, ρήμα

  1. 01 ατενίζω το σκοτάδι
闇サイト やみサイト

ουσιαστικό

  1. 01 παράνομος ιστότοπος (π.χ. ιστότοποι με παιδική πορνογραφία, πώληση ναρκωτικών κ.λπ.), ιστότοπος που ενθαρρύνει παράνομες δραστηριότητες, ιστότοπος που ενθαρρύνει την αυτοκτονία
闇から闇に葬る やみからやみにほうむる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κουκουλώνω, αποσιωπώ, θάβω στο σκοτάδι
  2. 02 κάνω μυστική έκτρωση
闇の女 やみのおんな

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ιερόδουλη του δρόμου
闇屋 やみや

ουσιαστικό

  1. 01 μαυραγορίτης, έμπορος στη μαύρη αγορά
闇金融 やみきんゆう

ουσιαστικό

  1. 01 παράνομος δανεισμός, τοκογλυφία
闇路 やみじ

ουσιαστικό

  1. 01 σκοτεινό μονοπάτι