6 αποτελέσματα για «闕»
闕所 けっしょ
ουσιαστικό
- 01 κενό, τρύπα
- 02 δήμευση περιουσίας (περίοδος Έντο)
- 03 ποινή που περιλαμβάνει εξορία και δήμευση (περίοδος Έντο)
- 04 κτηματική περιουσία χωρίς φεουδάρχη (περίοδοι Καμακούρα και Μουρομάτσι)
闕腋の袍 けってきのほう
ουσιαστικό
- 01 ένδυμα που φορούν οι στρατιωτικοί αξιωματούχοι, με στρογγυλό γιακά, ανοιχτά πλάγια χωρίς ραφές και χωρίς ran
闕腋 けってき
ουσιαστικό
- 01 ανοιχτό, ραμμένο άνοιγμα στα πλάγια ορισμένων παραδοσιακών ιαπωνικών ενδυμάτων· ρούχο με τέτοιο άνοιγμα
- 02 μανδύας που φοριέται από στρατιωτικούς αξιωματούχους με στρογγυλό γιακά, ανοιχτά πλάγια και χωρίς ρειν
闕官 けっかん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κενή κυβερνητική θέση
- 02 απομάκρυνση κυβερνητικού αξιωματούχου
闕下 けっか
ουσιαστικό
- 01 μπροστά στον αυτοκράτορα, ενώπιον του αυτοκράτορα
闕
- 01 έλλειψη
- 02 κενό, άνοιγμα
- 03 αποτυγχάνω
- 04 αυτοκρατορικό ανάκτορο