5 αποτελέσματα για «附»

附属学校 ふぞくがっこう

ουσιαστικό

  1. 01 συνδεδεμένο σχολείο, σχολείο εξαρτημένο από πανεπιστήμιο
附置 ふち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσάρτηση (οργανωσιακό), ίδρυση
附着力 ふちゃくりょく

ουσιαστικό

  1. 01 προσκόλληση
附属池田小事件 ふぞくいけだしょうじけん

ουσιαστικό

  1. 01 σφαγή στο δημοτικό σχολείο Ικέντα (8 Ιουνίου 2001)
  1. 01 προσαρτημένος
  2. 02 προσαρτώ
  3. 03 αναφέρομαι
  4. 04 προσθέτω, προσαρτώ