42 αποτελέσματα για «陣»
陣 じん N1
ουσιαστικό
- 01 σχηματισμός μάχης
- 02 στρατόπεδο, καταυλισμός, θέση
- 03 ομάδα, παρέα, παράταξη, σώμα
- 04 πόλεμος, μάχη, εκστρατεία
陣取る じんどる
ρήμα
- 01 στρατοπεδεύω, λαμβάνω θέση
陣営 じんえい
ουσιαστικό
- 01 στρατόπεδο (υποστηρικτές ενός δόγματος, κόμματος, κ.λπ.), παράταξη (ενός κόμματος)
- 02 στρατιωτικό στρατόπεδο, στρατοπέδευση, στρατωνισμός
陣地 じんち
ουσιαστικό
- 01 στρατόπεδο, θέση
- 02 πλευρά, άκρη, περιοχή στόχος
陣形 じんけい
ουσιαστικό
- 01 παραταξη μάχης, στρατιωτικός σχηματισμός
陣中 じんちゅう
ουσιαστικό
- 01 στο στρατόπεδο, στο μέτωπο
陣頭指揮 じんとうしき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανάληψη της διοίκησης ενός σώματος σε μάχη, ηγεσία που ασκείται από τον αρχηγό μιας ομάδας
陣痛 じんつう
ουσιαστικό
- 01 ωδίνες τοκετού, συσπάσεις μήτρας
陣内 じんない
ουσιαστικό
- 01 εντός του στρατοπέδου
陣容 じんよう
ουσιαστικό
- 01 παραταξη μάχης, πολεμική διάταξη
- 02 σύνθεση ομάδας, ρόστερ, στελέχωση
陣を張る じんをはる
άλλο, ρήμα
- 01 στρατοπεδεύω, στήνω στρατόπεδο
陣を敷く じんをしく
άλλο, ρήμα
- 01 στρατοπεδεύω, παίρνω θέση
陣頭 じんとう
ουσιαστικό
- 01 επικεφαλής στρατού
陣屋 じんや
ουσιαστικό
- 01 στρατόπεδο
- 02 επίσημη κατοικία (διοικητή ή δευτερεύοντος φεουδάρχη), διοικητικό κέντρο (ενός μικρού νταϊμιό ή αντιπροσώπου του σογκουνάτου)
陣幕 じんまく
ουσιαστικό
- 01 στρατιωτικό παραπέτασμα (τζινμάκου)
陣羽織 じんばおり
ουσιαστικό
- 01 πολεμικό τζινμπαόρι (αμάνικο χιτώνιο που φορούσαν πάνω από την πανοπλία)
陣中見舞い じんちゅうみまい
ουσιαστικό
- 01 επίσκεψη σε στρατιώτες στο μέτωπο για την παροχή ηθικής υποστήριξης, δώρο που προσφέρεται σε στρατιώτες στο πεδίο της μάχης
- 02 επίσκεψη σε κάποιον που εργάζεται σκληρά για την παροχή υποστήριξης, δώρο που δίνεται σε κάποιον που εργάζεται σκληρά (π.χ. φαγητό)
陣取り じんとり
ουσιαστικό
- 01 παιδικό παιχνίδι στο οποίο ο στόχος είναι η κατάληψη της βάσης του αντιπάλου
- 02 κατάληψη θέσης, εξασφάλιση μιας θέσης
陣列 じんれつ
ουσιαστικό
- 01 παραταξη μάχης
陣立て じんだて
ουσιαστικό
- 01 παραταξη μάχης, διάταξη μάχης
- 02 σύνθεση (π.χ. υπουργικού συμβουλίου), συγκρότηση