29 αποτελέσματα για «陶»

陶器 とうき N1

ουσιαστικό

  1. 01 κεραμικά, πήλινα σκεύη, κεραμική, πορσελάνη, πορσελάνινα είδη
陶酔 とうすい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μέθη, ζάλη
  2. 02 γοητεύομαι, παρασύρομαι, εκστασιάζομαι, μεθώ
陶然 とうぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 ελαφρώς μεθυσμένος, ευχάριστα μεθυσμένος, ευδιάθετος
  2. 02 καταγοητευμένος, μαγεμένος, συνεπαρμένος
すえ

ουσιαστικό

  1. 01 κεραμικά, πήλινα σκεύη, κεραμική, πορσελάνη
陶磁器 とうじき

ουσιαστικό

  1. 01 κεραμικά, πήλινα και πορσελάνες
陶芸 とうげい

ουσιαστικό

  1. 01 κεραμική τέχνη, κεραμικά
陶製 とうせい

ουσιαστικό

  1. 01 κεραμικός
陶芸家 とうげいか

ουσιαστικό

  1. 01 αγγειοπλάστης
陶工 とうこう

ουσιαστικό

  1. 01 αγγειοπλάστης, κεραμίστας
陶磁 とうじ

ουσιαστικό

  1. 01 πηλός
陶冶 とうや

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καλλιέργεια, μόρφωση, εκπαίδευση
  2. 02 κεραμοποιία και χύτευση μετάλλου
陶土 とうど

ουσιαστικό

  1. 01 πηλός αγγειοπλαστικής, καολίνης, κινέζικος πηλός
陶片 とうへん

ουσιαστικό

  1. 01 όστρακο, θραύσμα αγγείου
陶物 すえもの

ουσιαστικό

  1. 01 πήλινα σκεύη, κεραμικά, πορσελάνη
陶酔境 とうすいきょう

ουσιαστικό

  1. 01 μέθη (από ποτό, μουσική, κ.λπ.), έκσταση, συναρπαστική γοητεία
陶板 とうばん

ουσιαστικό

  1. 01 κεραμικό πλακίδιο, κεραμικό πάνελ, πλακίδιο πορσελάνης
陶枕 とうちん

ουσιαστικό

  1. 01 κεραμικό προσκέφαλο (χρησιμοποιείται το καλοκαίρι)
陶片追放 とうへんついほう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξοστρακισμός
陶器商 とうきしょう

ουσιαστικό

  1. 01 έμπορος κεραμικών, κατάστημα ειδών υγιεινής και πορσελάνης
陶板焼き とうばんやき

ουσιαστικό

  1. 01 τομπανιάκι, κρέας, θαλασσινά κ.λπ. ψημένα σε κεραμική πλάκα