52 αποτελέσματα για «陽»
陽 ひ
ουσιαστικό
- 01 ήλιος, ηλιοφάνεια, ηλιακό φως
陽気 ようき N3
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 ευδιάθετος, χαρούμενος, πρόσχαρος, κεφάτος, ζωηρός
- 02 καιρός, εποχή
- 03 πνεύμα του γιανγκ
陽光 ようこう
ουσιαστικό
- 01 ηλιακό φως, φως του ήλιου
陽 よう
ουσιαστικό
- 01 θετικός
- 02 γιανγκ (στην κινεζική μαντική)
- 03 το ανοιχτό, ορατός χώρος, δημόσιος χώρος
陽炎 かげろう
ουσιαστικό
- 01 καγκερό (οπτική διαταραχή λόγω θερμότητας), τρεμόπαιγμα της ζεστής ατμόσφαιρας, ατμός θερμότητας
陽炎 かげろい
ουσιαστικό
- 01 αναλαμπή θερμότητας, ατμοί θερμότητας, τρεμόπαιγμα του καυτού αέρα
- 02 λάμψη της αυγής, φέγγος του ξημερώματος
陽動 ようどう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 περισπασμός, αντιπερισπασμός, ελιγμός παραπλάνησης
陽子 ようし
ουσιαστικό
- 01 πρωτόνιο
陽だまり ひだまり
ουσιαστικό
- 01 ηλιόλουστο σημείο, έκθεση στον ήλιο
陽性 ようせい
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 θετικός (αποτέλεσμα)
- 02 θετικός, αισιόδοξος
陽キャ ようキャ
ουσιαστικό
- 01 εξωστρεφής άνθρωπος
陽動作戦 ようどうさくせん
ουσιαστικό
- 01 αντιπερισπασμός, τακτικές αντιπερισπασμού
陽電子 ようでんし
ουσιαστικό
- 01 ποζιτρόνιο
陽性反応 ようせいはんのう
ουσιαστικό
- 01 θετική αντίδραση
陽春 ようしゅん
ουσιαστικό
- 01 άνοιξη, η εποχή της άνοιξης
陽明学 ようめいがく
ουσιαστικό
- 01 γιομεϊγκάκου (σχολή του νεοκομφουκιανισμού βασισμένη στις διδασκαλίες του Γουάνγκ Γιανγκμίνγκ), σχολή του νου
陽根 ようこん
ουσιαστικό
- 01 πέος, φαλλός
陽キャラ ようキャラ
ουσιαστικό
- 01 χαρούμενο άτομο
陽に ように
επίρρημα
- 01 φανερά, δημόσια, ανοιχτά
陽暦 ようれき
ουσιαστικό
- 01 ηλιακό ημερολόγιο