15 αποτελέσματα για «隊»

たい N3

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα, πλήρωμα, συνεργείο, σύνολο, σώμα
  2. 02 λόχος, σώμα, μονάδα, διμοιρία, απόσπασμα
隊長 たいちょう

ουσιαστικό

  1. 01 διοικητής
隊員 たいいん

ουσιαστικό

  1. 01 στρατιώτες, μέλη ομάδας, μέλη πληρώματος, αξιωματικοί των Δυνάμεων Αυτοάμυνας
隊列 たいれつ

ουσιαστικό

  1. 01 σειρά (στρατιωτών), παράταξη, φάλαγγα, σχηματισμός
隊商 たいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 καραβάνι (εμπόρων)
隊形 たいけい

ουσιαστικό

  1. 01 παραταξη μάχης, διάταξη στρατευμάτων
隊士 たいし

ουσιαστικό

  1. 01 στρατιώτης συντάγματος
隊伍 たいご

ουσιαστικό

  1. 01 σειρά (στρατιωτών), γραμμή, σχηματισμός, διάταξη, πομπή
隊舎 たいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 στρατώνες, οικήματα διαμονής στρατιωτών
隊を組む たいをくむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 παρατάσσομαι, σχηματίζω ομάδα
隊旗 たいき

ουσιαστικό

  1. 01 σημαία μονάδας, λάβαρο στρατιωτικής μονάδας
隊務 たいむ

ουσιαστικό

  1. 01 στρατιωτικά ζητήματα, στρατιωτικό έργο
隊商宿 たいしょうやど

ουσιαστικό

  1. 01 καραβανσεράι, πανδοχείο για καραβάνια
隊服 たいふく

ουσιαστικό

  1. 01 στολή (στρατιωτικής μονάδας ή ομάδας), στολή σώματος
  1. 01 σύνταγμα
  2. 02 ομάδα
  3. 03 λόχος
  4. 04 διμοιρία