120 αποτελέσματα για «隠»

隠す かくす N3

ρήμα

  1. 01 κρύβω, αποκρύπτω
隠れる かくれる N3

ρήμα

  1. 01 κρύβομαι, καλύπτομαι
  2. 02 εξαφανίζομαι (πίσω από), κρύβομαι (από), καλύπτομαι, χάνομαι από τα μάτια
  3. 03 ζω σε απομόνωση, αποσύρομαι (από τον κόσμο)
  4. 04 παραμένω άγνωστος (π.χ. για ταλέντο), μένω ανεκάλυπτος, είμαι κρυμμένος (π.χ. για νόημα)
  5. 05 αποβιώνω (για άτομο υψηλής θέσης)
隠し事 かくしごと

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μυστικό, μυστικότητα
隠蔽 いんぺい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόκρυψη, κάλυψη, συγκάλυψη, καταστολή
隠居 いんきょ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνταξιοδότηση (από την εργασία), ήσυχη ζωή (μετά τη συνταξιοδότηση)
  2. 02 συνταξιούχος, άτομο που έχει αποσυρθεί από την ενεργό δράση
  3. 03 παραίτηση από την αρχηγία της οικογένειας (πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο)
隠し持つ かくしもつ

ρήμα

  1. 01 φέρνω κάτι κρυμμένο, μεταφέρω κάτι μυστικά
隠れ家 かくれが

ουσιαστικό

  1. 01 κρησφύγετο, κρυψώνα, καταφύγιο
  2. 02 καταφύγιο, ησυχαστήριο, κρυψώνα
隠密 おんみつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 μυστικός, κρυφός, λαθραίος, αθόρυβος
  2. 02 κατάσκοπος (για νταϊμιό, σογκούν κ.λπ.), μυστικός πράκτορας
隠し かくし

ουσιαστικό

  1. 01 απόκρυψη, κάλυψη, το να είναι κάποιος ή κάτι κρυμμένος
  2. 02 τσέπη
隠し通す かくしとおす

ρήμα

  1. 01 κρατώ μυστικό, αποκρύπτω πλήρως, συνεχίζω να κρύβω
隠し部屋 かくしべや

ουσιαστικό

  1. 01 κρυφό δωμάτιο, μυστικός θάλαμος
隠し場所 かくしばしょ

ουσιαστικό

  1. 01 κρυψώνας, μέρος για να κρύψει κανείς κάτι
隠し切れる かくしきれる

ρήμα

  1. 01 μπορώ να αποκρύψω πλήρως
隠匿 いんとく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόκρυψη (ιδιαίτερα παραπτωμάτων ή εγκληματιών), καταφύγιο, υπόθαλψη
隠し味 かくしあじ

ουσιαστικό

  1. 01 διακριτικό καρύκευμα που αναδεικνύει τη γεύση, κρυφό υλικό
隠れ蓑 かくれみの

ουσιαστικό

  1. 01 κάλυμμα (π.χ. για παράνομη δραστηριότητα), βιτρίνα, πρόσχημα
  2. 02 δενδροπάναξ ο τριχιδής (είδος ανθοφόρου φυτού)
  3. 03 αχυρένιος μανδύας που κάνει κάποιον αόρατο
隠し子 かくしご

ουσιαστικό

  1. 01 εξώγαμο παιδί, κρυφό παιδί
隠密行動 おんみつこうどう

ουσιαστικό

  1. 01 μυστική δράση, μυστικές επιχειρήσεις
隠れ場所 かくればしょ

ουσιαστικό

  1. 01 κρυψώνας, καταφύγιο
隠語 いんご

ουσιαστικό

  1. 01 κρυπτογραφημένη γλώσσα, ειδική ορολογία, διάλεκτος των περιθωριακών ομάδων, αργκό