9 αποτελέσματα για «隷»

隷属 れいぞく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποτέλεια, δουλεία, υποτακτικότητα, υποτελές καθεστώς, σκλαβιά
  2. 02 υποτελής, δουλικός άνθρωπος
れい

ουσιαστικό

  1. 01 γραφία ρεϊ (αρχαίο, εξαιρετικά γωνιώδες στυλ κάντζι)
隷従 れいじゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δουλεία, υποτέλεια
隷下 れいか

ουσιαστικό

  1. 01 υφιστάμενοι, ακόλουθοι
隷属的 れいぞくてき

επίθετο

  1. 01 υποτελής, εξαρτημένος, υποτελής
隷書 れいしょ

ουσιαστικό

  1. 01 γραφφή ρεϊσό (αρχαίο, ιδιαίτερα γωνιώδες στυλ κάντζι)
隷属国 れいぞくこく

ουσιαστικό

  1. 01 υποτελές κράτος, εξαρτημένο κράτος, εξάρτηση
隷属民 れいぞくみん

ουσιαστικό

  1. 01 υποτελείς λαοί
  1. 01 σκλάβος
  2. 02 υπηρέτης
  3. 03 κρατούμενος
  4. 04 εγκληματίας
  5. 05 ακόλουθος