11 αποτελέσματα για «隻»

せき

άλλο

  1. 01 επιμετρητής για πλοία
  2. 02 επιμετρητής για το ένα από ένα ζεύγος αντικειμένων (π.χ. το ένα φύλλο από ένα παραβάν)
  3. 03 επιμετρητής για αντικείμενα που μεταφέρονται σε δέσμη ή ζεύγος (π.χ. ψάρια, πουλιά, βέλη)
隻眼 せきがん

ουσιαστικό

  1. 01 μονόφθαλμος
  2. 02 διορατικό μάτι, κριτική ικανότητα
隻腕 せきわん

ουσιαστικό

  1. 01 ένα χέρι
隻手 せきしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 ένα χέρι, ένα μπράτσο
隻脚 せっきゃく

ουσιαστικό

  1. 01 μονόποδος
隻影 せきえい

ουσιαστικό

  1. 01 μια φευγαλέα ματιά στα περιγράμματα ενός αντικειμένου
隻句 せっく

ουσιαστικό

  1. 01 λίγα λόγια
隻語 せきご

ουσιαστικό

  1. 01 λίγες λέξεις
隻手の音声 せきしゅのおんじょう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ο ήχος του παλαμακίου του ενός χεριού (ένα κλασικό Ζεν κοάν)
隻手の声 せきしゅのこえ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ο ήχος του ενός χεριού (ένα κλασικό ζεν κοάν)
  1. 01 πλοία, σκάφη
  2. 02 αριθμητικό για πλοία
  3. 03 ψάρια
  4. 04 πουλιά
  5. 05 βέλη
  6. 06 το ένα από ένα ζευγάρι